Να θυμάσαι πάντα το θαύμα ότι γεννήθηκες!
Μην ξεχάσεις ποτέ πως, ανάμεσα στις χιλιάδες, στα εκατομμύρια ανθρώπους, εσύ θα είσαι πάντα ο Ένας!
Ο Μοναδικός!
Όχι γιατί είσαι γιος μου. Όχι, βέβαια. Μα γιατί η μοναδικότητα είναι το θαύμα, που φέρνει μαζί του το κάθε ανθρώπινο πλάσμα, που γεννιέται στον κόσμο. Φτάνει να το καταλάβει. Να το σκεφτεί.
Εκεί είναι ο πρώτος σεβασμός. Αυτός ο σεβασμός, που τόσο βάναυσα βιάστηκε στις μέρες μας.
Λοιπόν, ανάμεσα στις συμβουλές που μπορεί να σου δώσω, τούτη η πρώτη, είναι η πιο όμορφη:
Να θυμάσαι πάντα το θαύμα ότι γεννήθηκες!
Κι αν οι καιροί μας είναι ανάξιοι για ένα τέτοιο θαύμα, μην ξεχάσεις ποτέ, πως τους καιρούς τους φτιάχνουν οι άνθρωποι. Και άνθρωποι τους αλλάζουν."
ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΤΟΥΣ...
Τρίτη 14 Αυγούστου 2012
Πέμπτη 12 Απριλίου 2012
Ζακ Πρεβέρ, "Αυτός ο Έρωτας"
Αυτός ο έρωτας
Τόσο βίαιος
Τόσο εύθραυστος
Τόσο τρυφερός
Τόσο απελπισμένος
Αυτός ο έρωτας
Όμορφος σαν την μέρα
Κι απαίσιος σαν τον καιρό
Όταν ο καιρός είναι απαίσιος
Αυτός ο έρωτας τόσο αληθινός
Αυτός ο έρωτας τόσο όμορφος
Τόσο ευτυχισμένος
Τόσο χαρούμενος
Και τόσο μηδαμινός
Που τρέμει από φόβο σαν παιδί στο σκοτάδι
Και τόσο σίγουρος για τον εαυτό του
Σαν ήρεμος άντρας τη νύχτα
Αυτός ο έρωτας που έκανε τους άλλους να φοβούνται
Που τους έκανε να μιλάν
Που τους έκανε να χλωμιάζουν
Αυτός ο έρωτας παραφυλαγμένος
Γιατί εμείς τον είχαμε παραφυλάξει
Καταδιωγμένος, πληγωμένος, ποδοπατημένος, αποτελειωμένος, απαρνημένος, ξεχασμένος
Γιατί εμείς τον είχαμε καταδιώξει, πληγώσει, ποδοπατήσει, αποτελειώσει, απαρνηθεί, ξεχάσει
Ολόκληρος αυτός ο έρωτας
Τόσο ζωντανός ακόμη
Και τόσο ηλιόλουστος
Είναι ο δικός σου
Είναι ο δικός μου
Εκείνος που υπήρξε
Αυτό το πάντα καινούριο πράγμα
Και που δεν άλλαξε
Όμοια αληθινός σαν φυτό
Όμοια τρέμοντας σαν πουλί
Όμοια ζεστός όμοια ζωντανός σαν καλοκαίρι
Μπορούμε κι οι δυο
Να φεύγουμε και να ξαναγυρνάμε
Μπορούμε να ξεχνάμε
Και μετά να ξανακοιμόμαστε
Να ξυπνάμε να υποφέρουμε να γερνάμε
Να κοιμόμαστε ακόμη
Να ονειρευόμαστε το θάνατο
Να ξυπνάμε να χαμογελάμε και να γελάμε
Και να ξανανιώνουμε
Ο έρωτάς μας στέκει εκεί
Πεισματάρης σαν γαϊδούρα
Ζωντανός σαν πόθος
Σκληρός σαν μνήμη
Ηλίθιος σαν κλάψα
Τρυφερός σαν ανάμνηση
Κρύος σαν μάρμαρο
Όμορφος σαν μέρα
Εύθραυστος σαν παιδί
Μας κοιτάζει χαμογελώντας
Και μας μιλάει χωρίς να λέει τίποτα
Κι εγώ τον ακούω τρέμοντας
Και φωνάζω
Φωνάζω για σένα
Φωνάζω για μένα
Σε ικετεύω για όλους όσους αγαπιούνται
Και αγαπήθηκαν
Ναι του φωνάζω
Για σένα για μένα και για όλους τους άλλους
Που δεν ξέρω
Στάσου εκεί
Εκεί που είσαι
Εκεί που ήσουν άλλοτε
Στάσου εκεί
Μην κουνιέσαι
Μη φεύγεις
Εμείς αγαπιόμαστε
Σε ξεχάσαμε
Εσύ μη μας ξεχνάς
Δεν έχουμε παρά εσένα πάνω στη γη
Μη μας αφήσεις να κρυώσουμε
Πάντα πολύ μακρύτερα
Κι αδιάφορο που
Δώσε μας σημάδι ζωής
Πολύ αργότερα στη γωνία κάποιας δεντροστοιχίας
Στο δάσος της μνήμης
Πρόβαλε άξαφνα
Τέντωσε μας το χέρι
Και σώσε μας.
Οι κομπάρσοι της ηδονής - Εύα Ομηρόλη
"Νομίζω πως όταν είσαι στον έρωτα, έτσι νιώθεις, σαν να' σαι σε μια γνώριμη πόλη. Κι ύστερα, όταν ο έρωτας τελειώνει, είναι σαν να βρίσκεσαι ξαφνικά σε μια πόλη ξένη. Δε θα πάθεις τίποτα, αλλά πρέπει ...ν' αγοράσεις χάρτη, να χαθείς μερικές φορές, να βάλεις καινούργια σημάδια, να βρεις καινούργια στέκια. Όλα καλά δηλ, αλλά όταν τα έχεις διαλέξει."
"Να είσαι όμορφη γιατί σε κοιτάζει. Να' χεις τα πιο όμορφα μάτια του κόσμου: τα μάτια του. Να' χεις το πιο όμορφο χαμόγελο του κόσμου: το δικό του χαμόγελο. Να μην έχεις τίποτα."
"Ο ευατός μας είναι το μόνο που έχουμε σίγουρα. Μπορούμε να μοιραστούμε ένα κομμάτι μας με κάποιον, αλλά δεν πρέπει να του το δώσουμε. Γιατί, όσο κοντά μας κι αν είναι αυτός ο κάποιος, το κομμάτι που πριν ήταν δικό μας, πάντοτε θα μας λείπει. Σκέψου, με κάποιον που αγαπάς μοιράζεσαι το σώμα σου- τα χέρια σου, το κεφάλι σου, το στήθος σου.. Φαντάσου να κόψεις το χέρι σου και να του το χαρίσεις. Όσο κοντά σου κι αν είναι αυτός ο κάποιος, εσύ θα είσαι για πάντα πια με ένα χέρι. Κι αργά ή γρήγορα, θα βρεθείς αντιμέτωπος με την αλήθεια: όσο κι αν σε αγαπά, θα προτιμούσε να ήσουν αρτιμελής!"
"Τι είναι, όμως, αυτό που ιδιάζει και φτάνει μια συνειδητή επιλογή να γίνεται αυτό το ξεχωριστό που λέγεται "έρωτας"; Γιατί "αυτό" κι όχι το απέναντι πανομοιότυπο-ή, έστω, παρόμοιο του; Και πέφτεις, κλαις, σέρνεσαι και χτυπιέσαι, σαν πανικός και τελείωσε, αυτό ήταν όλη η ζωή. Σχηματικά, φαντάζομαι κάτι σαν μακριά βελόνα. Μακριά και λεπτή, στην αρχή νιώθεις μόνο ένα ελαφρύ τσίμπημα, κάπου στο στήθος, προς το μέρος της καρδιάς. Κι ύστερα, στον κάθε παλμό, με κάθε χτύπο, η βελόνα μπαίνει όλο και πιο βαθιά. Κάποτε, έρχεται η στιγμή που δεν μπορείς πια να κάνεις καμία κίνηση χωρίς να αισθανθείς ένα οξύ πόνο. Και μοιάζει λίγο μ' εκείνη την ιστορία που κάποιος έχει ένα στιλέτο καρφωμένο στο στήθος και κάποιος άλλος τον ρωτάει: "Δεν πονάς;". Κι εκείνος απαντά: "Μόνο όταν γελάω". Αλήθεια, μόνο η χαρά μπορεί να φέρει θλίψη. Το κάθε υποκειμενικά πολύτιμο γεννάει την αγωνία. Όσο μεγαλύτερη η πληρότητα, τόσο μεγαλύτερος κι ο πανικός που την κατατρέχει."
"o έρωτας; Ψάχνει να νιώσει την ψυχή να γοητεύεται, να ερεθίσει τ' άψυχα χωρίς ντροπή, να δώσει και να δώσει χωρίς ν' αφήσει τίποτα. Να ξεχειλίσουν οι αισθήσεις, να πνιγείς στην ηδονή. Να χάσεις και το τέλος, να ξεχάσεις την αρχή. Ο έρωτας είναι η ανάγκη της ψυχής μας που αφουγκράζεται. Με την πρώτη ευκαιρία θα βγει να μας θερίσει. Ο έρωτας είναι εκείνο που παραμονεύει στην σκιά. Το πιο μάταιο απ' όλα τ' άλλα. Το τέλειο."
Εύα Ομηρόλη - Σεισάχθεια
"Μπορώ απλώς να υπάρχω, χωρίς να σκέφτομαι, και να ελπίζω πως θα ξεχάσω και θα σωθώ.
Κάποτε κουράστηκα να εμβαθύνω και να φιλοσοφώ. Η νεανική μου διάθεση ν' αλλάξω τον κόσμο γερνούσε πολύ γρήγορα. Σιγά σιγά την εγκατέλειπα και διατηρούσα μόνο μια ψευδαίσθηση πως εγώ δεν αποτελούσα μέλος εκείνου του συνόλου, μου άρεσε ακόμη να φαντάζομαι πως είμαι διαφορετικός.
Δεν είναι που εμείς είμαστε σκλάβοι, είναι που οι επιθυμίες μας δεν είναι ελεύθερες.
Εγώ αναζητώ τη δύναμη να τα δέχομαι όλα σαν μέρος της ύπαρξης χωρίς να πρέπει να τα κρίνω. Δε θέλω ν' αναζητώ την καλή πλευρά, θέλω να μάθω ν' αποδέχομαι και την κακή.
Ο φόβος είναι το πιο μεγάλο ψέμα.
Ο έρωτας, όταν χάνεται, πονάει, αλλά σε οδηγεί από μόνος του στην κάθαρση.
Δεν μπορείς να ξέρεις αν σου λείπει κάτι χωρίς πρώτα να το γνωρίσεις.
Είναι πιο σημαντικό να πραγματοποιείς τα όνειρά σου παρά να νιώθεις ένοχος για τα απραγματοποίητα όνειρα των άλλων.
Όσο περισσότερους κανόνες εξοντώνει στη ζωή του ένας άνθρωπος, τόσο πιο κοντά έρχεται στο νόημα της ζωής.
Η ζωή είναι πάντα πιο μεγάλη από τις αποφάσεις.
Ποιος τις χρειάζεται τις λέξεις; Ολομόναχες και θλιβερές, τις πιο πολλές φορές δεν ξέρουν τι εκπροσωπούν.
Η πιο μεγάλη φυλακή είναι τα κεκτημένα.
Αν είναι να αναλωθείς, καταναλώσου για το άγνωστο που έχει πιότερες ελπίδες απ' το πεπραγμένο.
Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012
Η μοναξιά είναι από χώμα...
1. " Το δικό μου το πολύ πως να χωρέσει στο δικό σου το λίγο! Κι οι δυο μας δυσανασχετούσαμε δικαιολογημένα.
Όμως μέσα σ' αυτό το λίγο σου, σ' αυτό το περιορισμένο σου, είχα την κακοτυχία να διακρίνω σκιές περαστικές που με πυρπόλησαν. Σκιές του απέραντου. Αυτό που δεν έλεγχες, αυτό που δεν γνώριζες, προσπερνούσε από μια σου έκφραση, από μια σου χειρονομία τυχαία και με καθήλωνε.
Δεν περιγράφεται η ματιά, η κίνηση, ο ήχος.
Ό,τι κι αν σου πω δεν θα σου μεταδώσω αυτό που μ' έκανε να σε θέλω έτσι. Το απέραντο είναι άπιαστο, απερίγραπτο, ακαθόριστο. Χιλιάδες να λέω εναντίον σου αμέσως θα παραλύσουν μπροστά στη γρήγορη κίνηση του χεριού σου μόλις σηκωθεί για να φτάσει στα χείλη σου και να δαγκώσεις το μικρό σου νυχάκι σμίγοντας τα φρύδια σα να σκέφτεσαι κάτι δύσκολο.
Για μια τέτοια κίνηση, κάποιες ώρες, ένιωθα έτοιμος και τη ζωή μου να δώσω.
Για μια τέτοια κίνηση!
Σαν σινιάλο άλλων κόσμων ερχόταν προς εμένα κι ανέτρεπε όσα σου καταμαρτυρούσα. Από κατήγορο με μετέτρεπε σε ζητιάνο σου!
Για μια τέτοια κίνηση!
Δεν θα απορήσω ποτέ ξανά για το τι είναι εκείνο που αλυσοδένει ένα ζευγάρι. Δεν φαίνεται αυτό που αλυσοδένει. Εμείς οι απ' έξω δεν βλέπουμε τίποτα όμως ένας άντρας κανείς δεν ξέρει τι σινιάλα δέχεται από το βλέμμα μια γυναίκας, απ' την ανάσα της, από το γέλιο της, από την πιο ανεπαίσθητη χειρονομία της, από το άρωμά της.
Κυριακή 25 Μαρτίου 2012
"Τα πράγματα που ζουν απ' τον χαμό" Μάρω Βαμβουνάκη
[...]Ήταν η εξ αρχής ακατανόητη οικειότητα που σημαδεύει όσους προορίζονται να συναντηθούν. Που οι δρόμοι τους θα διασταυρωθούν για να σφραγίσουν ο ένας τον άλλον παντοτινά. Αυτούς που συγγενεύουν αλλιώς και οι υπόγειες ροές τους τραβάνε ασυνείδητα να στραφούν και να κοιταχτούν με απορία στα μάτια. Σαν κλήση. Μια σαγήνη ανεξήγητη που φέρνει κοντά.
[...]Συναντάμε κόσμο και κόσμο όπως πορευόμαστε. Ανταλλάσσουμε βλέμματα, χαμόγελα ευγενικά, δυό υποχρεωτικές κουβέντες, για να προσπεράσουμε και να τα πετάξουμε αυτά αμέσως στον κάδο της λησμονιάς. Υπάρχουν μάτια όμως που από το πουθενά εμφανίζονται μια στιγμή μπρος μας, βυθίζονται στα δικά μας μάτια και αξιώνουν "Εδώ θα μείνεις", ή "Σε περίμενα".
[...]πως οι μεγάλες αγάπες καταδέχονται μόνο τις μεγάλες, γενναίες ψυχές. Πως οι σπουδαίες ιστορίες διαλέγουν εκείνους που, από πίστη, ρισκάρουν την ψυχή τους.
[...] Και εντάξει, ο έρωτας βρίσκεται από πάντοτε μέσα μας, είναι δικός μας εκ γενετής –ίσως και από πριν, ίσως και να είναι ο λόγος που θα γεννηθούμε—αλλά απαιτείται ο κατάλληλος άλλος, ο ορισμένος άλλος για να τον αφυπνίσει. Ο ορισμένος άλλος για να σβήσει ή να διατηρηθεί. Ο ορισμένος για να τον επιστρέψει στην πηγή, στο παντοτινό, ακόμα και στην αθανασία.
Κυριακή 11 Μαρτίου 2012
Λαχταρώ – Sarah Kane
Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου…
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς, και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες, και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι, και
να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ’ αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου, και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,
Και νάμαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή.
Και ν’ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και τόνα σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ’ αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν’ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ’ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν’ αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ’ αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ’ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σ’ αφήνω να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
Και να θέλω ότι θέλεις,
Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής, Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο, Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω, Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ’ ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι, Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναλυτικό
Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



